ευλογιώ

ευλογιώ
(α) αμετ. см. ευλογιάζω

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "ευλογιώ" в других словарях:

  • ευλογιώ — άω [ευλογία] ευλογιάζω, πάσχω από τη νόσο ευλογία, είμαι βλογιασμένος …   Dictionary of Greek

  • ευλογιάζω — και βλογιάζω και ευλογιώ, άω [ευλογία] έχω προσβληθεί, πάσχω από τη νόσο ευλογία (κν. ευλογιά, βλογιά) …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»